αἰθερώδης

αἰθερώδης, ες,
A like ether, Plu.2.432f, Gal.UP10.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰθερώδης — like ether masc/fem acc pl (attic epic doric) αἰθερώδης like ether masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰθερώδης like ether masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθερώδης — αἰθερώδης, ες (Α) [αἰθήρ] ο όμοιος με τον αιθέρα, αιθέριος …   Dictionary of Greek

  • αἰθερώδη — αἰθερώδης like ether neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αἰθερώδης like ether masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αἰθερώδης like ether masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθερῶδες — αἰθερώδης like ether masc/fem voc sg αἰθερώδης like ether neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθερώδεσιν — αἰθερώδης like ether masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθερώδους — αἰθερώδης like ether masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθέρας — Οργανική χημική ένωση του τύπου C2Η5 Ο C2Η5. Λέγεται και διαιθυλαιθέρας ή θειικός α. Είναι σώμα υγρό, άχρωμο, ελαφρύτερο από το νερό και πολύ πτητικό. Παρασκευάζεται βιομηχανικά με συνθέρμανση αιθυλικής αλκοόλης και πυκνού θειικού οξέος (γι’ αυτό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.